δεκαμηνιαίος

-α, -ο (Α δεκαμηνιαῑος, Μ δεκαμηναῑος)
διάρκειας δέκα μηνών
νεοελλ.
γεννημένος μετά τη συμπλήρωση τού ένατου μήνα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δεκαμηνιαῖος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαμηνιαῖον — δεκαμηνιαῖος masc acc sg δεκαμηνιαῖος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαμηνιαίων — δεκαμηνιαῖος fem gen pl δεκαμηνιαῖος masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαμηνιαῖα — δεκαμηνιαῖος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαμηνιαίου — δεκαμηνιαῖος masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαμηνιαίῳ — δεκαμηνιαῖος masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ՏԱՍՆԱՄՍԵԱՅ — (սէի, ից.) NBH 2 0848 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 7c, 12c ա. δεκαμηνιαῖος, δεκάμηνος decimum mensem agens, decimestris. Որոյ են ամիսք տասն. տասն ամսոց. ... *Տասնամեայ ժամանակաւ (լուսնի) մածեալ. Իմ. ՟Է. 2: *Ըստ առակողին… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.